O lucrare care poate fi citită în multe feluri. Prima și poate cea mai evidentă concluzie este că Anticristul pentru Nietzsche este chiar creștinismul, și anume creștinismul lui Pavel și, prin extensie, preoții, care, conform lui Nietzsche, au corupt mesajul lui Isus cu motive umile, pământești și politice.
În spiritul mai larg al tremurăturilor aduse de teoria lui Darwin, Nietzsche a fost influențat de teoriile lui Wilhelm Roux, William Henry Rolph, Léon Dumont și Karl Wilhelm von Negeli. Împreună cu alte influențe, cum ar fi cele ale filosofilor greci pre-socratici, Nietzsche a identificat voința de putere ca principala forță motivațională a umanității. Cu toate acestea, el nu a definit niciodată sau sistematizat exact ce a vrut să spună, rezultând în diverse interpretări și neînțelegeri.
Astfel, necesită o oarecare precauție. Pentru Nietzsche, voința de putere nu spune ce ar trebui să facă omul; el pur și simplu observă natura umană. În consecință, filozoful german vede „dar oricine te lovește pe obrazul drept, întoarce-i și pe celălalt” al creștinismului ca o religie a înfrângerii și, astfel, un promotor al unei atitudini umane care corupe adevărata natură a omului. El crede că această corupție este creată deliberat de ierarhia ecleziastică pentru a împiedica omul în căutarea gândirii libere și (prin urmare) a cuceririi puterii, servind evident ordinii stabilite (autoritatea politică și ecleziastică).
În ceea ce privește înfrângerea creștinismului, Nietzsche nu este deosebit de original. Cititorii de astăzi ar putea fi văzuți această idee specifică în lucrări clar influențate de poziția ambiguă a istoricului Edward Gibbon (Gibbon, 1737 - 1794) cu privire la rolul noii religii în prăbușirea Imperiului Roman de Apus.
Nietzsche, prin urmare, atribuie creștinismului (emfatic nu lui Isus) și în special protestantismului și clerului său, cauza declinului spiritului și valorilor europene (și germane). Pentru Nietzsche, chiar și cei care se declară atei sunt în realitate creștini într-o stare latentă, purtând în mințile lor „păcatul originar” al creștinismului, căutând nu eliberarea și împuternicirea omului, ci o mentalitate de turmă și o „oaieficare”.
Adevărul este că „Anticristul” pentru noi astăzi este mai degrabă o critică tânără, plină de vigoare și furie, repetată adesea la adresa bisericii, pe care o facem adesea în Grecia imitând „vesticii”, folosind argumente pe care „vesticii” le folosesc împotriva propriilor realități, pierzându-ne propriul sens pentru o critică pertinentă a propriei realități și biserici.
Nietzsche, în anumite momente, este contradictoriu, în timp ce în alte locuri pare să ignore multe dimensiuni filosofice (în special cele care derivă din fuziunea cu educația clasică greacă), sociale, politice și istorice ale creștinismului. În principal, el respinge mesajul Învierii și nu apreciază cum a funcționat ideologic creștinismul în progresul Europei de Vest și în îmbogățirea ulterioară a educației clasice grecești care a avut loc în Estul greco-bizantin și a servit ca o fundație pentru aceasta. În special cele aproximativ unsprezece secole bizantine, urmând spiritul timpului său, el nu le ia deloc în serios. În cele din urmă, nu scapă de condiția de creștin latent și predică propria sa deificare.
Voință pentru putere sau puterea voinței? Egoism sau dragoste frățească? Este natura calea pe care omul trebuie să o urmeze? Fie iubești Nietzsche, fie îl urăști. Și acest lucru nu are nimic de-a face cu observațiile sale, ci cu întrebările provocatoare pe care le ridică; întrebări care sunt imposibil de trecut indiferent chiar și astăzi.
Eνα πόνημα που θα μπορούσε να διαβαστεί με πολλούς τρόπους. Το πρώτο και μάλλον αβίαστο συμπέρασμα είναι ότι ο αντίχριστος για τον Νίτσε είναι ο ίδιος ο Χριστιανισμός και μάλιστα ο Χριστιανισμός του Παύλου και κατ’ επέκταση των ιερέων, οι οποίοι, κατά τον Νίτσε, διέφθειραν το μήνυμα του Ιησού με ταπεινά, γήινα και πολιτικά κίνητρα.
Στο γενικότερο πνεύμα των κραδασμών που έφερε η θεωρεία του Δαρβίνου, ο Νίτσε επηρεάστηκε από τις θεωρείες των Wilhelm Roux, William Henry Rolph, Léon Dumont και Καρλ Βίλχελμ φον Νέγκελι. Μαζί και με άλλες επιρροές όπως των προσωκρατικών ελλήνων φιλοσόφων κ.α., ο Νίτσε διαπίστωσε τη θέληση για δύναμη ως κύρια κινητήρια ώθηση του ανθρώπου. Ωστόσο, δεν όρισε και δεν συστηματοποίησε ποτέ τι ακριβώς εννοούσε με αποτέλεσμα να ερμηνευτεί και να παρερμηνευτεί με διάφορους τρόπους.
Έτσι θέλει λίγο προσοχή. Διότι ο Νίτσε με τη θέληση για δύναμη δεν λέει τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος· απλά διαπιστώνει τη φύση του. Κατά συνέπεια, ο Γερμανός φιλόσοφος βλέπει τον Χριστιανισμό του «ἀλλ᾿ ὅστις σε ῥαπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην» ως μια θρησκεία ηττοπαθή και ως εκ τούτου προαγωγό μιας ανθρώπινης στάσης που διαφθείρει την αληθινή φύση του ανθρώπου. Θεωρεί δε ότι αυτή τη διαφθορά τη δημιουργεί επίτηδες το εκκλησιαστικό ιερατείο για να εμποδίσει τον άνθρωπο στην αναζήτησή της ελεύθερης σκέψης και (άρα) κατάκτηση της δύναμης, εξυπηρετώντας προφανώς την καθεστηκυία τάξη (πολιτική και εκκλησιαστική αρχή).
Στα περί ηττοπάθειας του Χριστιανισμού, ο Νίτσε μάλλον δεν πρωτοτυπεί. Ο σημερινός αναγνώστης και αναγνώστρια, ενδεχομένως να έχουν ξανά δει τη συγκεκριμένη ιδέα σε έργα σαφώς επηρεασμένα από την αμφίσημη θέση του ιστορικού Έντουαρτ Γκίμπον (Γίββων, 1737 - 1794) περί του ρόλου της νέας θρησκείας στη κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ο Νίτσε, λοιπόν, αποδίδει στο Χριστιανισμό (εμφατικά όχι στον Ιησού) και δη στον Προτεσταντισμό και το ιερατείο του, την αιτία κατάπτωσης του ευρωπαϊκού (και γερμανικού) πνεύματος και αξιών. Για τον Νίτσε ακόμα και αυτοί που δηλώνουν άθεοι στην πραγματικότητα είναι χριστιανοί σε λανθάνουσα κατάσταση που φέρουν στη σκέψη τους το «προπατορικό αμάρτημα» του Χριστιανισμού, αποζητώντας όχι την απελευθέρωση και ενδυνάμωση του ανθρώπου, αλλά την προβατοποίηση και την κοπαδοποίηση.
Η αλήθεια είναι ότι «Ο Αντίχριστος» για εμάς σήμερα είναι μάλλον μια εφηβική, γεμάτη ορμή και οργή, πολυειπωμένη κριτική για την εκκλησία και που πολλές φορές στην Ελλάδα την κάνουμε μιμούμενοι τους «δυτικούς», με επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι «δυτικοί» ενάντια στις δικές τους πραγματικότητες, χάνοντας το δικό μας νόημα για μια εύστοχη κριτική προς τη δική μας πραγματικότητα και εκκλησία.
Ο Νίτσε σε κάποια σημεία φάσκει και αντιφάσκει, ενώ αλλού δείχνει να μην λαμβάνει υπόψη του πολλές φιλοσοφικές (ειδικά όσες προέρχονται από την όσμωση με την κλασική αρχαιοελληνική παιδεία), κοινωνικές, πολιτικές και ιστορικές διαστάσεις του Χριστιανισμού. Κυρίως, απορρίπτει το μήνυμα της Ανάστασης και δεν εκτιμά πως λειτούργησε, ιδεολογικά, ο Χριστιανισμός στη πρόοδο της Δυτικής Ευρώπης και στον περεταίρω εμπλουτισμό της αρχαιοελληνικής κλασική παιδείας που συντελέστηκε στην ελληνοβυζαντινή ανατολή και που λειτούργησε ως βάση για τη πρώτη. Ειδικά τους περίπου έντεκα βυζαντινούς αιώνες, ακολουθώντας το πνεύμα της εποχής του, δεν τους λαμβάνει καθόλου σοβαρά υπόψην του. Τελικά δεν αποφεύγει και αυτός την κατάσταση του λανθάνοντα χριστιανού και κηρύττει μια δική του θέωση.
Θέληση για δύναμη ή δύναμη της θέλησης; Φιλαυτία ή φιλαδελφία; Είναι η φύση ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσει ο άνθρωπος; Τον Νίτσε ή τον αγαπάς ή τον σιχαίνεσαι. Και αυτό δεν έχει να κάνει με τις διαπιστώσεις του, αλλά με τα προκλητικά ερωτήματα που θέτει· ερωτήματα, τα οποία είναι αδύνατον να περάσουν αδιάφορα ακόμα και σήμερα.